Με την εθελουσία έξοδο των περισσότερων αριστερών κομμάτων από τον πολιτικό στίβο, για να δεθούν στο άρμα του Αλέξη Τσίπρα, το πολιτικό μας σύστημα γίνεται ακόμη πιο προσωποπαγές. Μόνο η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και, με τον δικό του τρόπο, το ΚΚΕ παραμένουν μηχανισμοί συλλογικής δράσης. Ομως, και τα δύο άλλοτε κυρίαρχα κόμματα ταυτίζονται με τους αρχηγούς τους και επηρεάζονται από προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Ετσι, μιλάμε για τα κόμματα των Τσίπρα, Καρυστιανού, Βελόπουλου, Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκη και Λατινοπούλου, για τη Ν.Δ. του Μητσοτάκη και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη. Οσο κατακερματίζεται η πολιτική σκηνή, τόσο μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζουν οι προσωπικότητες που την απαρτίζουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι παράγεται πολιτική – ούτε το αποκλείει, πάντως.
Οπως διαμορφώνεται η πολιτική σκηνή, μια χούφτα ανθρώπων θα έχει δυσανάλογα μεγάλη ευθύνη για την πορεία της χώρας σε μια άκρως επικίνδυνη συγκυρία.
Ας θυμηθούμε ότι η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ ήταν δημιουργήματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου στην κοσμογονία της Μεταπολίτευσης. Ενώ διάφορες πολιτικές προσωπικότητες ενώθηκαν κάτω από τη σημαία των νέων κομμάτων, αυτά παρέμεναν «προεκτάσεις» των πανίσχυρων προέδρων τους. Και τα δύο κόμματα, ωστόσο, επιβίωσαν επειδή οι διαφορετικές τάσεις που εμπεριείχαν συσπειρώθηκαν σε κρίσιμες στιγμές και έδειξαν την αναγκαία ευελιξία για να ξεπεράσουν δυσκολίες. Για παράδειγμα, η εκλογή του Κώστα Σημίτη στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ, το 1996, μπορεί να ήταν «κόντρα στο ρεύμα», αλλά ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν το κόμμα για να παραμείνει στην εξουσία. Παρόμοια δυναμική έφερε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην προεδρία της Ν.Δ. Στον ΣΥΡΙΖΑ, η έξοδος του Τσίπρα οδήγησε σε απανωτές διασπάσεις. Ευθύνες φέρουν όχι μόνον οι αρχηγοί (απερχόμενοι και διάδοχοι), αλλά και οι «βαρώνοι», οι κομματικοί θεσμοί και τα μέλη.
Οπως διαμορφώνεται η πολιτική σκηνή σήμερα, μια χούφτα ανθρώπων θα έχει δυσανάλογα μεγάλη ευθύνη για την πορεία της χώρας σε μια άκρως επικίνδυνη συγκυρία. Αυτό πρέπει να απασχολήσει τους ίδιους, αλλά και όλους τους πολίτες, οι οποίοι οφείλουν να αναρωτηθούν: Πέρα από «ιδεολογικές» γαρνιτούρες, ποιοι είναι σοβαροί αρχηγοί κόμματος που μπορούν να προσφέρουν κάτι πέρα από το να χρησιμοποιούν την πολιτική για να ενισχύουν μονοδιάστατα μηνύματα και εμμονές; Πόσα στελέχη κάθε κόμματος δείχνουν να γνωρίζουν από διοίκηση και στρατηγική; Πόσα έχουν εμπειρία στο εξωτερικό και επαφές με μέλη της διασποράς, με άλλους Ευρωπαίους, με «ξένους»; Πόσα κόμματα διαθέτουν τις δομές και τους μηχανισμούς για να χαράξουν στρατηγική και να αντέξουν την αποχώρηση του ιδρυτή τους;
Επειδή οι κυβερνήσεις μας θα πρέπει να διαχειριστούν μια άκρως ρευστή διεθνή κατάσταση, τα κόμματα που θα ψηφίσουμε πρέπει να πείθουν τους πολίτες για την πολιτική που ακολουθούν, να αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τις σχέσεις της χώρας με εταίρους και συμμάχους, να γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν πιθανούς αντιπάλους. Με άλλα λόγια: Με πόσους απ’ αυτούς ή αυτές θα θέλαμε να βρεθούμε όχι σε καφενείο, αλλά σε σωσίβια λέμβο;

