Οι φωτογραφίες του Βέλγου συλλέκτη μάς θύμισαν πόσο ελαφρά παίρνουμε την Ιστορία. Τη βλέπουμε σαν: αφορμή για καυγά, υλικό για ταινίες τύπου Καποδίστριας που φέρνουν ανατριχίλες στα πλήθη αφαιρώντας από το παρελθόν την περιπλοκότητά του. Γύρω από οποιοδήποτε ιστορικό ζήτημα πλανάται ένα «με ποιους είσαι;». Αντί για γνώση αποζητούμε σιγουριές.
Η δημοπράτηση σπάνιων φωτογραφιών στο διαδίκτυο με κάνει να σκέφτομαι το κενό. Κενό συνεπούς καλλιέργειας της περιέργειας γύρω από το παρελθόν (που είναι και η δίοδος, για να σκεφτόμαστε το μέλλον). Μπορεί κανείς να πάει στην Καισαριανή στο Σκοπευτήριο. Ωστόσο, ο χώρος μνήμης εκεί (επισκέψιμος συγκεκριμένες ώρες και κατόπιν συνεννόησης) δεν έχει και πολλές πληροφορίες. Δεν αφηγείται με συνοχή και ακρίβεια κάτι συγκεκριμένο. Είναι σαν ένα μνημείο που απευθύνεται σ’ ανθρώπους προϊδεασμένους. Για να συνθέσεις μία εντύπωση γύρω από την κατοχή και την αντίσταση πρέπει να ψαχουλέψεις σε χίλια δυο μέρη.
Κρίσιμα πράγματα που αφορούν την Ιστορία του 20ου αιώνα στην Ελλάδα δεν μνημονεύονται καν μέσα στην πόλη. Το Εβραϊκό στοιχείο έχει απαλειφθεί από τις πόλεις μας, όμως δεν μνημονεύεται πώς. Είχαμε κατοχή (πώς ήταν; τι καθημερινότητα επέβαλε;). Κάποιοι πέρασαν στην αντίσταση, ποιοι και πώς; Δεν διαθέτουμε κάποιον συμμαζεμένο, συναρπαστικό χώρο μνήμης, όπως άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπου ερευνητές και ερευνήτριες μπορούν να μάς εκθέτουν τις φρικαλαιότητες ή τις στιγμές ανατριχιαστικής γενναιότητας του παρελθόντος. Δεν μπορούμε να πάμε κάπου, όπως πάμε στο Εθνικό Αρχαιολογικό να μάθουμε για την Ελλάδα από το ‘40 και μετά.
Δεν συντηρούνται ούτε επισημαίνονται με εύληπτο τρόπο τοπόσημα. Η πόλη πασχίζει να ψελίσει κάτι μέσα από ιστορικής σπουδαιότητας πολυκατοικίες που καταρρέουν και τόπους βασανισμού που κρύβονται ανάμεσα σε κάλτσες και αρώματα- το μήνυμα μένει θολό. Έχω, προφανώς, κατά νου το αρχηγείο της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν που δεν ξεχωρίζει από το κατάστημα καλλυντικών επί της ίδιας οδού ή κτίρια της Καισαριανής απ’ όπου λείπουν οι πληροφορίες που θα επέτρεπαν σε κάποιον να μάθει για την περίοδο 1940-1950. Καταλαμβάνεσαι από μία υποψία πως «μάλλον κάτι σημαντικό έγινε εδώ» και μετά το ξεχνάς.
Ξέρω, η πραγματική μελέτη του παρελθόντος είναι μια μάλλον δύσβατη διαδρομή, με αίμα, σκληρότητα, τραύματα και δυσκολία. Απαιτεί χρόνο και προσήλωση, ενώ στο τέλος ενδέχεται να ενσταλλάζει δυσπιστία προς τους ανθρώπους. Γι αυτό χρειαζόμαστε συνοδοιπόρους τους φροντισμένους δημόσιους χώρους που καλλιεργούν τη μνήμη, καθώς και ερευνητές/ερευνήτριες που χρηματοδοτούνται, για να παράγουν στιβαρή γνώση. Τι άλλο θα μάς προστατέψει από τις παραποιημένες εικόνες που φτιάχνει σωρό η τεχνητή νοημοσύνη; Πώς αλλιώς θ’ απαλλαγούμε από την ευκολία ταινιών τύπου Καποδίστριας και από την παλινδρόμηση μεταξύ εθνικής κλάψας και ψευδαίσθησης μεγαλείου;
Τον κίνδυνο της ιστορικής άγνοιας τον φανερώνουν όσα συμβαίνουν στην Ισπανία. Εκεί υπάρχουν νεαρά αγόρια που δηλώνουν οπαδοί του δικτάτορα Φράνκο, νοσταλγοί μιας Ισπανικής Εδέμ που μάλλον ποτέ δεν υπήρξε. Οργανώνονται, κάνουν «δράσεις», περιφρονούν αγωνίστριες και αγωνιστές, τις μαρτυρίες τους και όλες τις επίσημες πηγές πληροφόρησης.
Συζητήσεις στα κατάλληλα διαδικτυακά forums μπορούν να σχετικοποιήσουν εκ του προχείρου τη βαρύτητα των εγκλημάτων οποιουδήποτε δικτάτορα, ενώ στο Tiktok τους εμφανίζεται στοχευμένο περιεχόμενο. Ο Φράνκο να χορεύει. Ο Φράνκο να μιλάει «σαν κανονικός άνθρωπος». Έτσι αιμοσταγείς προσωπικότητες καθίστανται συμπαθείς. Αντίστοιχες σχετικοποιήσεις επιχειρούν κι άλλοι χώροι αλλού π.χ. με τα εγκλήματα του Στάλιν. Το ίντερνετ βοηθάει σε όλ’ αυτά, στον πλήρη κατακερματισμό της αντίληψης του παρελθόντος. Ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, αυτήν που αρμόζει στις ακλόνητες απόψεις του.

