Οι δηλώσεις στελεχών της τουρκικής κυβέρνησης, από τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μέχρι τον τελευταίο κρίκο της προπαγανδιστικής αλυσίδας που έχει στηθεί από το προεδρικό παλάτι με σκοπό το «πακετάρισμα» της ατζέντας του ΑΚΡ εντός και εκτός Τουρκίας, είναι ενταγμένες σε ένα σχέδιο το οποίο, ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, έχει αποκτήσει βάθος και στέρεα θεμέλια.
Σε καθεμία από τις εφευρέσεις του τουρκικού προπαγανδιστικού μηχανισμού, στη δική μας πλευρά του Αιγαίου υπάρχουν οι αναμενόμενες αντιδράσεις. Σποραδικές και χωρίς πάντα την ίδια ενδεδειγμένη στόχευση. Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή ακριβώς είναι η συνολική στάση της Αθήνας: απλώς αντιδρά. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ερντογάν περιλαμβάνουν ευθείες απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, καθώς ουσιαστικά κάνει λόγο για στρατιωτική δράση με στόχο τα νησιά, ως εκ τούτου οι αντιδράσεις της Αθήνας ορθώς και ενδεδειγμένως περιλαμβάνουν την επίσημη και διά χειρός του υπουργού Εξωτερικών ενημέρωση των θεσμικών εταίρων της Ελλάδας σε επίπεδο εκπροσώπων οργανισμών αλλά και κρατών.
Υπάρχουν όμως και οι μέρες που οι καλά οργανωμένες επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και διασποράς ψευδών ειδήσεων δεν περιστρέφονται γύρω από ευθείες και χοντροκομμένες απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, αλλά είναι τμήμα τού πολύ καλά μελετημένου εγχειριδίου υβριδικού πολέμου, το οποίο χώρες όπως αυτές που βρίσκονται στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ γνωρίζουν πάρα πολύ καλά. Η πρώτη γραμμή άμυνας είναι, βεβαίως, να υπάρχει μια λελογισμένη αντίδραση και αναπαραγωγή των πληροφοριών που μεταδίδονται από τα –πλήρως ελεγχόμενα–, κρατικά και μη, μέσα μαζικής ενημέρωσης της Τουρκίας.
Υπάρχει και ένα δεύτερο πεδίο, το οποίο έχει αναδειχθεί επανειλημμένως από την «Κ» και είναι κυρίως προληπτικό, ώστε η προπαγάνδα της Τουρκίας να πέφτει απευθείας στο κενό, δίχως να χρειάζεται κάθε φορά να εξανιστάμεθα για τη διείσδυση που έχουν τα επιχειρήματα του Λευκού Παλατιού στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, στην Ουάσιγκτον και αλλού.
Πρόκειται, βεβαίως, για τη δημόσια διπλωματία, η οποία –παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα– εξακολουθεί να αποτελεί ένα πραγματικό ταμπού. Και τούτο διότι δεν είναι αντιληπτό ούτε από το κράτος ούτε και από τους φορείς που δύνανται να εκφράσουν με δομημένο τρόπο δημόσιο λόγο ότι υπάρχουν ορισμένα ζητήματα –όπως η προβολή της χώρας και των θέσεών της στο εξωτερικό– που απαιτούν μια οργάνωση που ξεφεύγει από το τυπικό ελληνικό μοντέλο τού ενός «αφεντικού» το οποίο «ξέρει» τι πρέπει να δημοσιευθεί και τι όχι. Μοντέλα υπάρχουν, το Ισραήλ είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα και σε αυτόν τον τομέα, αρκεί η προσαρμογή τους στην εθνική μας ιδιαιτερότητα.

