Ποιος ελέγχει τους πωλητές;

2' 0" χρόνος ανάγνωσης

Το 2015 συνέβη κάτι απρόσμενο στον σκιώδη κόσμο εμπορίας λογισμικών παρακολουθήσεων. Η διαρροή περισσότερων από 400 gigabytes δεδομένων και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ιταλικής εταιρείας Hacking Team και η ακόλουθη δημόσια ανάρτησή τους από τα Wikileaks (υπάρχουν έως και σήμερα διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, όπου μπορεί κάποιος να διαβάσει και τις ελληνικές απόπειρες προμήθειας αντίστοιχου εξοπλισμού) απογύμνωσε τον τρόπο με τον οποίο συναλλάσσονταν αυτού του τύπου οι εταιρείες με τους πελάτες τους.

Πιο πρόσφατα, η πίεση που ασκείται κατά κύριο λόγο από τις ΗΠΑ στην ισραηλινή εταιρεία NSO, δημιουργό του περιβόητου Pegasus, και η προσπάθεια περιορισμού των δραστηριοτήτων της έχει δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος σε μικρότερου βεληνεκούς προμηθευτές να βρεθούν στο προσκήνιο προσπαθώντας να διευρύνουν το διεθνές πελατολόγιό τους. Συχνά αυτού του τύπου οι εταιρείες λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Η μία μπορεί να απορροφά – εξαγοράζει την άλλη, να ανταλλάσσουν στελέχη ή να επανακάμπτουν υπό νέες επωνυμίες και να στήνουν ή να αναζητούν νέα δίκτυα διανομής. Η NSO μέσω ενός παρακλαδιού της στις ΗΠΑ είχε επιχειρήσει παλιότερα να προωθήσει στο FBI ένα νέο κατασκοπευτικό λογισμικό με την επωνυμία Phantom, το οποίο υποτίθεται ότι δεν θα άφηνε ίχνη της παρουσίας του στη μολυσμένη συσκευή. Στη δισέλιδη διαφημιστική μπροσούρα της έγραφε: «Μετατρέψτε το έξυπνο κινητό τηλέφωνο του στόχου σας σε χρυσωρυχείο πληροφοριών».

Ακόμη κι αν οι εταιρείες αυτού του τύπου ισχυρίζονται ότι πωλούν τα προϊόντα τους μόνο σε κρατικές υπηρεσίες, πώς μπορούν να γίνουν πιστευτές; Ποιος θεωρεί ειλικρινή και δέχεται χωρίς επιφύλαξη τον λόγο κάποιου που προέρχεται από τα σπλάχνα του κόσμου των κατασκόπων ή συνεργάζεται μαζί τους; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι οι αγοραστές αυτών των λογισμικών πράττουν ορθά όταν υπάρχουν διεθνώς παραδείγματα στόχευσης δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων;

Η πληροφορία είναι ένα νέο όπλο – και, όπως έχει αποδειχθεί σε πολλές περιπτώσεις διεθνώς, δεν αξιοποιείται από τις διωκτικές αρχές διαφόρων κρατών μόνο για την αντιμετώπιση εγκληματικών ομάδων. Η εγχώρια συζήτηση έχει εστιάσει κυρίως στο ζήτημα των παρακολουθήσεων μέσω της ΕΥΠ και των τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Εκτός βασικού κάδρου, όμως, φαίνεται πως έχει μείνει η υπόθεση της χρήσης του λογισμικού Predator. Εκεί πρέπει να χυθεί άπλετο φως. Πώς, σε ποιους και με ποιους όρους μια εταιρεία που έχει έδρα και στην Ελλάδα εμπορεύεται προϊόντα παρακολουθήσεων; Θα περίμενε κανείς για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα η αντίδραση της Δικαιοσύνης να ήταν άμεση, εκτός κι αν αρκεί ο έλεγχος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία βάσει του δείγματος γραφής που έχει δώσει μέχρι σήμερα δεν διακρίνεται για την ερευνητική επάρκειά της.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT