O Εμίλ Ντιρκέμ έλεγε, παραφράζοντάς τον ελαφρώς, ότι όταν οι ακολουθούμενες καλές πρακτικές που συνιστούν τα ήθη δεν είναι επαρκείς και πάγιες, τότε επιβάλλονται ρυθμίσεις διά των νόμων.
Αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι που δικαιολογημένα επέβαλε τις ρυθμίσεις που θέσπισε, αναφορικά με την εξέλιξη των μελών διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ) στις καθηγητικές βαθμίδες, ο νόμος για τα ΑΕΙ που πρόσφατα ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων. Οι ρυθμίσεις αυτές σκοπό έχουν να διαφυλάξουν τη δίκαιη και αξιοκρατική προαγωγή των μελών ΔΕΠ, διαδικασία που συχνά τίθεται εν κινδύνω εξαιτίας των στρεβλώσεων που παρατηρούνται, δηλαδή κακών πρακτικών που ακολουθούνται σε αρκετές περιπτώσεις στα πανεπιστήμια. Οι στρεβλώσεις αυτές, δε, προσλαμβάνουν μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να αξιολογούνται δημοσιεύσεις σε περιοδικά δεύτερης και τρίτης κατηγορίας (από πλευράς ποιότητας και απήχησης) ως ισοδύναμα με δημοσιεύσεις σε περιοδικά πρώτης κατηγορίας, με αποτέλεσμα να οδηγείται το εκλεκτορικό σώμα σε επιλογές που βασίζονται κυρίως στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα.
Ομως, αν και οι ρυθμίσεις του νέου νόμου κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, εντούτοις δεν είναι από μόνες τους ικανές να αντιμετωπίσουν το υφιστάμενο πρόβλημα που μόλις επισημάνθηκε. Και αυτό γιατί, ενώ αντιμετωπίζουν επαρκώς τα ζητήματα των διαδικασιών συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων, δεν είναι αποτελεσματικές στη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν κυρίως τα κρίσιμα ποιοτικά χαρακτηριστικά των προϋποθέσεων εκλογής/εξέλιξης. Ετσι, οι σχετικές ρυθμίσεις του νόμου περιορίζονται στη γενική καταγραφή των ελάχιστων προϋποθέσεων εκλογής/εξέλιξης μελών ΔΕΠ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των ποιοτικών κριτηρίων για την αξιολόγηση του ερευνητικού τους έργου.
Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι το υφιστάμενο έλλειμμα και οι υπάρχουσες στρεβλώσεις χρήζουν αντιμετώπισης κυρίως από τις ίδιες τις ακαδημαϊκές κοινότητες των ΑΕΙ, με την υιοθέτηση πάγιων ενδεδειγμένων πρακτικών που θα συνιστούν αυτορρύθμιση αναφορικά με την εκλογή/εξέλιξη μελών ΔΕΠ.
Αναφέρομαι στην ανάγκη που ανακύπτει άμεσα για τα ΑΕΙ να υιοθετήσουν πρακτικές που θα καταστήσουν πιο αντικειμενικές τις προϋποθέσεις εκλογής/εξέλιξης. Αυτή η αντικειμενικοποίηση μπορεί να γίνει αν κάθε ΑΕΙ ή τα ακαδημαϊκά τμήματα που το συνθέτουν αναλάβουν την πρωτοβουλία να υιοθετήσουν ή να συντάξουν εξαρχής κατάλογο επιστημονικών διεθνών περιοδικών που θα οργανώνονται σε κατηγορίες, καθεμία ανάλογα με τον βαθμό ποιότητας και διεθνούς απήχησης των περιοδικών που περιλαμβάνει. Για παράδειγμα, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τις κρίσεις των καθηγητών στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων γίνεται χρήση τού σταθερά ανανεωμένου στον χρόνο Academic Journal Guide του Association of Business Schools, ενός δηλαδή καταλόγου αξιολογημένων περιοδικών που χρησιμοποιείται από όλα τα πανεπιστήμια στο Ηνωμένο Βασίλειο για τις προσλήψεις και προαγωγές των καθηγητών. Αντίστοιχα, στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών χρησιμοποιούνται κατάλογοι κατάταξης επιστημονικών περιοδικών (journals rankings) που δημοσιεύονται σε διεθνή έγκριτα περιοδικά.
Τα ΑΕΙ ή τα ακαδημαϊκά τμήματα να υιοθετήσουν πρακτικές που θα καταστήσουν πιο αντικει- μενικά τα ποιοτικά κριτήρια εκλογής των μελών ΔΕΠ.
Τα ΑΕΙ ή τα ακαδημαϊκά τμήματα στη συνέχεια θα αποφασίζουν εκ των προτέρων για τον συγκεκριμένο ελάχιστο αριθμό των δημοσιεύσεων από τις κατηγορίες του καταλόγου που πρέπει να διαθέτει ο μελλοντικός υποψήφιος για εκλογή/εξέλιξη σε κάθε καθηγητική βαθμίδα.
Διευκρινίζεται ότι η προτεινόμενη αντικειμενικοποίηση των κριτηρίων εκλογής θα αφορά τόσο τους εσωτερικούς όσο και τους εξωτερικούς υποψηφίους. Επομένως, σε κάθε περίπτωση θα υφίσταται η δυνατότητα εξωτερικός υποψήφιος, εφόσον κριθεί ότι υπερτερεί ως προς την εκπλήρωση των υιοθετηθέντων κριτηρίων εκλογής, να καταλάβει την υπό πλήρωση θέση, ακόμη και εάν αυτή προκύπτει από αίτηση εξέλιξης ήδη υπηρετούντος στο πανεπιστήμιο μέλους ΔΕΠ.
Με αυτόν τον τρόπο αντικειμενικοποιείται η εκλογή/εξέλιξη, με αποτέλεσμα: α) να αναβαθμίζεται ποιοτικά το ίδρυμα ή το ακαδημαϊκό τμήμα και να προσαρμόζεται στα διεθνή ενδεδειγμένα πρότυπα, β) να έχει κάθε ακαδημαϊκή μονάδα την ακαδημαϊκή υπόσταση που επιζητεί, ανάλογα με τον χαμηλό ή υψηλό πήχυ που θέτει με βάση τα κριτήρια – προϋποθέσεις εκλογιμότητας, γ) να αποκλείονται ή τουλάχιστον να περιορίζονται συμπεριφορές εύνοιας ή αντιπαλότητας εκ μέρους καθηγητών της υψηλότερης βαθμίδας.
Η συγκεκριμένη πρόταση είναι μία από τις εναλλακτικές μορφές αντικειμενικοποίησης των ελάχιστων κριτηρίων – προϋποθέσεων εκλογής/εξέλιξης των μελών ΔΕΠ. Η αναζήτηση αυτής καθεαυτήν της αντικειμενικοποίησης των κριτηρίων είναι μονόδρομος, εάν πραγματικά επιζητούμε αξιοκρατικές και χωρίς στρεβλώσεις ή εξαρτήσεις εκλογές των καθηγητών των ΑΕΙ.
* Ο κ. Δημήτρης Μπουραντώνης είναι πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

