Στον πρόεδρο της Βουλής αρέσει να μιλάει με γνωμικά. Εχει στοκ. Του αρέσει, ας πούμε, εκείνο το παλιό που λέει ότι μόνο σε δύο χώρες δεν έχει νόημα το απόρρητο: Στην Ιαπωνία γιατί, ούτως ή άλλως, δεν μιλάει κανείς. Και στην Ελλάδα γιατί, ό,τι κι αν λέει ο νόμος, μιλάνε όλοι.
Ο νόμος, που επιβεβαίωσε χθες το κλισέ, ήταν ο κανονισμός της Βουλής. Σύμφωνα με τον κανονισμό, οι εργασίες της κοινοβουλευτικής επιτροπής για την ΕΥΠ είναι απόρρητες. Η συνεδρίαση όμως για την έγκριση του διορισμού του νέου διοικητή της Υπηρεσίας μεταδίδονταν ζωντανά σε ιστοσελίδες δικτυωμένες με αψύτατες ενσαρκώσεις της αντιπολίτευσης.
Η παραβίαση της –τρόπος του λέγειν– μυστικότητας δεν ήταν βέβαια έκπληξη. Δεν ήταν έκπληξη ότι ο αντιπολιτευτικός ζήλος θα αντιστρατευόταν από την πρώτη ημέρα τους διακηρυγμένους στόχους της αντιπολίτευσης: Την καμπάνια της υπέρ των θεσμών, η αντιπολίτευση την ξεκίνησε με τη διάτρησή τους.
Αν προσπεράσει κανείς το ερώτημα του θεσμικού καθωσπρεπισμού, θα μπορούσε να αναρωτηθεί ποιον ωφελεί ο εκτροχιασμός των διαδικασιών, προτού ακόμη ξεκινήσουν; Ωφελούνται άραγε εκείνοι που μετέδωσαν παρανόμως μια φράση του νέου διοικητή, ενώ εκείνος εμποδίζεται από τον νόμο να τους διαψεύσει;
Σπάζοντας το απόρρητο, στο όνομα του απορρήτου.
Εκ πρώτης όψεως, ναι. Ο,τι μεγαλώνει το στίγμα που έχει ήδη λερώσει την κυβέρνηση, ευνοεί την αντιπολίτευση. Αν όμως υπάρχει όντως μέρος της υπόθεσης που δεν έχει φωτιστεί· αν υπάρχει ύλη που μπορεί, με θεσμικά βήματα να αποκαλυφθεί, τότε ο ευτελισμός της κοινοβουλευτικής έρευνας συμφέρει μόνο την πλευρά που θα είχε να ζημιωθεί από την ευόδωσή της. Καλύτερα τσίρκο. Παρά ανακριτική σοβαρότητα.
Επιβεβαιώνοντας τον πολακικό εαυτό της από την πρεμιέρα, η αντιπολίτευση δίνει άλλοθι στην πλειοψηφία να αμυνθεί με ανάλογο ρεπερτόριο. Της δίνει λαβή για να αποφύγει τα κατασταλαγμένα ερωτήματα που κινδυνεύουν να μην ακουστούν μέσα στον θόρυβο από τις μπαλοθιές του κλεφτοπολέμου.
Ηδη η Ν.Δ. είναι, ως πλειοψηφία, σε θέση να κατευθύνει όπως κρίνει την κυοφορούμενη Εξεταστική (θα διαθέτει 15 στα 29 μέλη). Αν έχει απέναντί της μια έξαλλη μειοψηφία, διευκολύνεται να καταφύγει σε παρελκύσεις και υπεκφυγές, που αλλιώς θα είχαν βαρύ πολιτικό κόστος.

Στο ερώτημα γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ καταλήγει σχεδόν πάντα σε αυτή την αυτο-υπονομευτική τοξικότητα –προκαλώντας αντιπερισπασμό στον εαυτό του– η απάντηση ίσως είναι απλή: Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Γιατί ορισμένα στελέχη κατορθώνουν με τους τρόπους τους να ποδηγετούν πειρατικά τη γραμμή του κόμματος.
Είναι βέβαια ακόμη νωρίς. Αλλά από την αρχή προσφέρεται στη Ν.Δ. το σύννεφο καπνού διά του οποίου θα δοκιμάσει την πολιτική της απόδραση.

