Την προηγούμενη Κυριακή, τελευταία των καλοκαιρινών διακοπών μου, κι ενώ είχα επιστρέψει στην Αθήνα, αποφάσισα λόγω του καύσωνα να πάω για μπάνιο. Με ελάχιστη κίνηση στους δρόμους, σε μισή ώρα κολυμπούσα σε έναν αγαπημένο κολπίσκο στη Σαρωνίδα. Στην ίδια μίνι παραλία βρίσκονταν από νωρίς ακόμη δύο οικογένειες με πέντε παιδιά, που είχαν στήσει τον εξοπλισμό τους κάτω από τα αρμυρίκια.
Μάλιστα, κατά το μεσημεράκι άνοιξαν τα τάπερ τους σε δύο τραπέζια εκστρατείας, ανέβασαν και λίγο την ένταση της μουσικής σε ένα φορητό ηχείο και έκαναν ένα υπέροχο πικ νικ παρά θίν’ αλός. Η εκδρομή αυτή επαναλαμβάνεται συχνά, όπως μου είπαν, άλλοτε στη Σαρωνίδα ή στο Σούνιο κι άλλοτε στη Βραυρώνα και στον Σχινιά – τους μήνες που δεν βρίσκονται στο χωριό τους, έξω από τη Θήβα.
Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη που ακόμη έχει δύο πρόσωπα. Οπου οι πολίτες πληρώνουν 150 ευρώ το κεφάλι για μια ξαπλώστρα στην Ψαρρού αλλά συγχρόνως, αν θέλουν, μπορούν να κάνουν ελεύθερα μπάνιο –ακόμα και στην Αθηναϊκή Ριβιέρα– χωρίς να πληρώσουν ούτε ένα ευρώ.
Διάβασα ότι οι φετινές τουριστικές εισπράξεις θα ξεπεράσουν κατά 2 δισ. ευρώ εκείνες του εξωπραγματικού καλοκαιριού του 2019, ότι κάποια νησιά βούλιαξαν από Αμερικανούς που θα φτάσουν φέτος τις 500.000.
Προφανώς η αύξηση του τουριστικού ρεύματος επιβαρύνει στο έπακρον τις ήδη κορεσμένες υποδομές στα γνωστά δημοφιλή νησιά, που ασφυκτιούν απότις ελλείψεις σε νερό, αποχετεύσειςκαι θέσεις στάθμευσης. Αλλά συγχρόνως υπάρχουν δεκάδες νησιά, λιγότερο δη-μοφιλή και πάντα υπέροχα, όπου μπορείς να κάνεις διακοπές με λιγότερο κόσμοκαι σε λογικές τιμές – εάν εξαιρέσουμετα υψηλά, λόγω αυξημένης τιμής πετρελαίου, ναύλα.
Για πρώτη φορά, όμως, η Ελλάδα –που κάποτε ήταν ο αγαπημένος προορισμός των «τουριστών του σακιδίου»– προσελκύει πλέον τουρίστες με υψηλά εισοδήματα και περισσότερες αξιώσεις. Δεκάδες χιλιάδες σπίτια πολυτελών προδιαγραφών χτίζονται από ξένους που θέλουν να έρχονται το καλοκαίρι ή ακόμη και να περάσουν εδώ τα τελευταία πιο ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής τους.
Η Ελλάδα έχει γίνει μόδα αλλά και νέα «ανακάλυψη» για τουρίστες υψηλού επιπέδου και ψηφιακούς νομάδες, που γοητεύονται από τον συνδυασμό της μοναδικής ομορφιάς, της ιστορίας και της ψηφιακής στροφής της χώρας.

